Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2011

Η ΧΑΡΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ

Από το
http://giagia-antigonh.blogspot.com/2011/10/blog-post_16.html:
Η Μέλπω έμενε στην αυλή της Κατίνας. Ένα μεγάλο δωμάτιο με κουζίνα .
Μια ψηλή γεροδεμένη γυναίκα που δούλευε στις «γραμμές» του τρένου. Ενα κιόσκι ίσα που χωρούσε δυο ψυχές με δυο καρέκλες και ένα μικρό τραπέζι, ένα πλίθινο δώμα να προστατεύει
από ήλιο και κρύο.. στις αναμονές.. μέχρι να

κατεβάσει τις μπάρες στην διέλευση του επόμενου τρένου.. Αθήνα-Θεσσαλονίκη ….

Έβγαινε και σταματούσε τα αυτοκίνητα που περνούσαν εκεί λίγο πάνω από το λιμάνι.. τέσσερις διασταυρώσεις πριν τον τελικό σταθμό στον Αγιο Διονύση στο λιμάνι του Πειραιά.

Εβλεπε τα τρένα να περνούν… χρόνια τώρα..

Φερμένη από την Πελοπόννησο, ζούσε μόνη χωρίς κανείς να γνωρίζει πως έφτασε εδώ στο λιμάνι. Δεν άφηνε ερωτήσεις να περάσουν, γιατί ποτέ δεν ρώτησε η ίδια. Μόνο τα καθημερινά.. Η μόνη έξοδος μια επίσκεψη σε μια θειά της…

Δεν παραπονιόταν ποτέ για τίποτα.. όλα τα έβλεπε καλά καμωμένα. Δεν σχολίασε ποτέ γείτονα .. δεν αναμείχθηκε σε κουτσομπολιά..Το γέλιο και το τραγούδι πάντα στα χείλη της. Σαν μαγείρευε μοσχοβολούσε η αυλή.. ήταν καλοφαγού και το μαγείρεμα γινόταν ιεροτελεστία στα χέρια της. Ολοι οι συγκάτοικοι είχαν τη μερίδα τους.

Ο Τάσος ο φούρναρης έλεγε:

-Καλύτερα γεμιστά και τσουρέκια δεν κάμει καμιά σας σαν της Μέλπως!

Είχε το ελεύθερο να δοκιμάζει το πρώτο κομμάτι…

Δεν έφτιαχνε για έναν.. σαν να τάιζε οικογένεια ολάκερη..

Όταν «άνοιγε» ο καιρός τις Κυριακές είχε επιβάλει μεσημεριανό γλέντι! Ολοι στην αυλή.. έβγαζαν τα τραπέζια της κουζίνας με τα λουλουδάτα πλαστικά τραπεζομάντηλα της καρέκλες τις ψάθινες… και τις κανάτες το κρασί..

Ενα γύρω οι ασπρισμένοι τενεκέδες με τα γεράνια και τις γαρουφαλλιές έφταναν ως την εξώπορτα που σφάλιζε μόνο τις νύχτες. Εφερναν οι άντρες τα ταψιά από το φούρνο με τις εφημερίδες διπλωμένες για πιάστρες και άρχιζε το γλέντι.. Το ραδιόφωνο της Μέλπως ακουμπισμένο πάνω στο σερβάν πίσω από το παράθυρο κελαηδούσε… Τα αγόρια της Κατίνας έτρωγαν όρθια με βιάση να προφτάσουν το γήπεδο…

Τέσσερις οικογένειες στοιβαγμένες στα δωμάτια της Κατίνας.. εσωτερικοί μετανάστες που ήρθαν για μια καλύτερη ζήση από τον τόπο τους…

Μέσα στην κάμαρη της όλα άστραφταν.. το μπαουλοντίβανο με την κλαρωτή στρώση που έκανε σούρες στα πλαϊνά.. το σκούρο σερβάν με την τζαμένια πόρτα στη μέση και μέσα το σερβίτσιο του καφέ με ροζ λουλουδάκια.. τα ποτηράκια του λικέρ σκαλισμένα γυάλινα.. και τα πλεχτά με το βελόνι της μάνας της απλωμένα.. κολαριστά … και φωτογραφίες κρεμασμένες παντού.. η κουζίνα με τη λαδομπογιά από τη μέση ως κάτω στο μωσαϊκό.. ένα τραπέζι με τρεις καρέκλες.. μια πετρογκάζ .. και θυμούμαι τα κεντητά κουρτινάκια στο παραθύρι με δυο αγγελάκια να κοιτάζονται αντικριστά ..

Την αγαπούσα την Μέλπω…

Μου έλεγε ιστορίες από το χωριό της.. για νεράιδες που έβγαιναν βόλτα στον ποταμό..για τ’ αστέρια που κατέβαιναν στα χωράφια.. τα παιδιά που έπαιζαν αμάδες.. και μου έδινε καραμέλες ΙΟΝ βουτύρου .. για όλα τα πιτσιρίκια είχε λιχουδιές κρυμμένες στη τσέπη της που την έλεγαν «μαγική».

Σαν ήταν βραδινή βάρδια και κοιμόταν τα πρωινά.. όλοι σέβονταν το μόχθο της και επικρατούσε ησυχία στην αυλή για χάρη της…

Με τη μάνα και τη γιαγιά είχαν τις «αντάμωσες» που έλεγε η γιαγιά. Καφές και κουβεντούλα.. με τη μάνα μου είχε μια ηλικία.

Σε μια γιορτινή Φθινοπωριάτικη μέρα είχαμε τραπέζι .. καλεσμένη και η Μέλπω.

Ο θείος Γεράσιμος είχε πάρει «απόλυση» από την εξορία και το γλέντι ήταν διπλό! Δυο μέρες μαγείρευαν πεθερά και νύφη.. Είχαν ανοίξει τη διπλή πόρτα της σάλας που συνόρευε με το μεγάλο χολ της υποδοχής. Ανοιγαν τα φύλλα του τραπεζιού και γινόταν διπλό.. τα πιτσιρίκια στο τραπέζι της κουζίνας ..

Ηρθαν οι πιο «δικοί» οι άλλοι δεν καλέστηκαν γιατί ο Γεράσιμος ήταν πυώδες σπυρί .

Η Μέλπω έφερε ένα ταψί με μπακαλιάρο πλακί και ένα με στριφτό μπακλαβά. Στα χάλκινα της που αστραποβολούσαν..

Κάτι στο κορμί της Μέλπως σάλευε.. του Γεράσιμου οι θάλασσες πιο ζωηρές στα γαλανά του μάτια..





Ανήμερα τ’ Αη Γιάννη στη γιορτή του παππού έγιναν τα αρραβωνιάσματα της Μέλπως με τον Γεράσιμο.

Νοίκιασαν ένα σπίτι στο πάνω στενό με αυλή και τρια δωμάτια με κουζίνα και πλυσταριό.

Στον πάνω όροφο έμενε ο Παντελής με την Ασήμω την γυναίκα του. Γερασμένοι και οι δύο τους το έδωσαν με φτηνό νοίκι.. μόνο να βοηθά η Μέλπω λίγο στα ψώνια και στην καθαριότητα του σπιτικού τους.

Ο Γεράσιμος που δεν αξιώθηκε να τελειώσει το Πανεπιστήμιο από το έμπα- έβγα στις εξορίες.. έστησε ένα τραπεζάκι έξω από το Δημαρχείο και έγραφε αιτήσεις.





Δέκα πέντε μέρες πριν το γάμο η Μέλπω φαινόταν ανήσυχη.. ένα απόγευμα τη βλέπω να τρέχει με τα δάκρυα κρατημένα στο σπίτι της.

Ο παππούς σταμάτησε τη μάνα που έκανε να τρέξει ξοπίσω της.

Ο Γεράσιμος δεν ήταν στο σπίτι..

Ξεκλώνησα.. πάει ο γάμος.. σκέφτηκα αλλά δεν έβγαλα μιλιά..

Το απόγευμα νωρίς ο παππούς, έβαλε τα καλά του και μαζί με τον Γεράσιμο έφυγαν. Έστριψαν στη γωνία προς τη μεριά του νέου σπιτιού. Μια αγωνία διάχυτη στο σπίτι μπαινόβγαινε στο μέσα μας χωρίς να βγαίνει μιλιά. Κοιτούσαμε τις γυναίκες που έπλεκαν στην αυλή με το βελόνι να στρίβει ασταμάτητα κομποδένοντας τα σχέδια…

Σουρούπωσε και ο Γιάννος μπήκε γελαστός.. έστριψε τα μουστάκια του πετώντας την τραγιάσκα του στο ντιβάνι!

«Όλα γίνονται! Σαν αγαπάς και θέλεις!» είπε και σωριάστηκε στην καρέκλα…

Στο βραδινό τραπέζι μάθαμε οι μικρότεροι το μυστικό της Μέλπως.





Στο χωριό της είχε δεσμό μ’ ένα γαιοκτήμονα που τον λάτρεψε… και αυτός της έταξε αγάπη…

Και τον πίστεψε…

Του παραδόθηκε..

Μια εγκυμοσύνη στάθηκε αφορμή να πάρει ένα ματωμένο γράμμα.. «Ως εδώ!»

Και το «εκεί» είχε δρόμο σκληρό.. ξύλο και απομόνωση.. η μαμή που έφερε στον κόσμο τον γιό της είπε να το τρέξουν το βρέφος στην πόλη.. καλά δεν ήταν..

Ένα σώμα ακίνητο με ένα πεντάμορφο κεφάλι….

Ετούτο τους πήγαινε πολύ!

Νύχτα έφυγε με το φορτηγό του αδελφού της…

Δεν τη κατευόδωσε κανείς..

Στο χέρι κρατούσε μια μικρή πέτρα και στη πρώτη στροφή την έριξε πίσω χωρίς να γυρίσει το κεφάλι.

Εφτασαν στο σπίτι μιας θείας της, η μόνη που ήξερε στην Αθήνα και αυτή γερόντισσα.

Εκεί την άφησε βάζοντας στη τσέπη ένα πεντακοσάρικο.

Το μωρό το πήγαν στο Π.Ι.Κ.Π.Α στη Βούλα. Άλλη λύση να δουλέψει δεν είχε.

Και «τάιζε» τις νοσοκόμες να της τον καλοζούν… να μη βλέπει τη βρώμα και την εγκατάλειψη που έβλεπε στα διπλανά κρεβατάκια.. Είχε πάρει ρούχα και σεντόνια μόνο για αυτόν. Και η νοσοκόμα τα έφερνε σπίτι της να τα πλένει.. είχε "ταΐσει" και τη διευθύντρια. Είχε επιβάλλει το δικό της νόμο γιατί τυχερή ήταν όποια την είχε η Μέλπω. Είχε πουλήσει και ένα χωράφι που της άφησε η γιαγιά της να πορεύεται…





Η πεθερά το ήξερε το μυστικό… από τις «αντάμωσες»..

Εδωσε λύση που κουβέντα δεν σήκωνε!

Η Μέλπω στο γάμο της χόρεψε στην αυλή με το Γεράσιμο αγκαλιά…

Στο μέσα δωμάτιο ήταν ο μονάκριβος της….

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου